Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ/ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Η αφετηρία Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το Μάρτιο του 1957, ύστερα από την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στη Ρώμη από τη Γαλλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας για μελλοντική συμμετοχή στον υπερεθνικό αυτό οργανισμό. Έτσι, στις 8 Ιουνίου 1959 η χώρα μας υπέβαλε αίτηση σύνδεσής της με την ΕΟΚ. Η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να υποβάλει αίτηση σύνδεσης και όχι ένταξης επειδή ακριβώς γνώριζε πως οι υστερούσες βιομηχανικές δομές της δεν θα επέτρεπαν την πλήρη και άμεση ένταξή της σε έναν οργανισμό όπου συμμετείχαν 6 από τις πιο ανεπτυγμένες δυτικές χώρες. Για το λόγο αυτό προτιμήθηκε η λύση της σύνδεσης – μια λύση που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να μπορέσει να αναπτύξει την οικονομία της και, μακροπρόθεσμα, να μπορέσει να ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην Κοινότητα. Η σύνδεση θα έπαιρνε τη μορφή της πλήρους τελωνειακής ένωσης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα ολοκληρωνόταν σε 22 χρόνια. Μια ρήτρα ασφαλείας επέτρεπε τη θέσπιση δασμών, εντός αυστηρά καθορισμένων ορίων, με σκοπό την ενθάρρυνση των νέων βιομηχανιών. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, μέσω σχετικού πρωτοκόλλου, εξασφάλιζε δάνειο με χαμηλό επιτόκιο, ύψους 125 εκατ. δολ. Σε γενικές γραμμές μπορεί να υποστηριχθεί πως η συμφωνία σύνδεσης είχε τρεις βασικούς στόχους: α) τη δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης μεταξύ Ελλάδας και ΕΟΚ, με την παράλληλη υιοθέτηση από τη χώρα μας των δασμών που ίσχυαν στην ΕΟΚ για εισαγωγές από τρίτες χώρες, β) την εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής, με έμφαση στην αντίστοιχη αγροτική, σε διάστημα 22 ετών, μέσω της σταδιακής κατάργησης των δασμολογικών και ποσοτικών περιορισμών στις ανταλλαγές Ελλάδας-ΕΟΚ, γ) την οικονομική βοήθεια της ΕΟΚ για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Οι διερευνητικές συνομιλίες ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 1959 και οι επίσημες διαπραγματεύσεις στις 21 Μαρτίου του 1961. Η υπογραφή της σύνδεσης πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου του 1961. Στην ομιλία του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που εκπροσωπούσε την ελληνική πλευρά, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, τόνισε μεταξύ άλλων: «Η σύνδεση της Ελλάδας με τη Μεγάλη Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι, πρώτιστα, μια πολιτική πράξη… Η συμφωνία που υπογράφουμε αποτελεί τη βάση για την οικονομική ένωση της Ελλάδας με τις έξι χώρες σας, που συμβαίνει να βρίσκονται επικεφαλής της προόδου της ανθρωπότητας και στον οικονομικό και στον κοινωνικό και στον επιστημονικό τομέα• ο ελληνικός λαός αντιλαμβάνεται πλήρως τη σημασία που έχει γι’ αυτόν η συμφωνία… Η επιτυχής περάτωση των διαπραγματεύσεων δεν είναι παρά μια μεγάλη και δύσκολη αρχή. Η Ελλάδα δεν θα υπολογίσει κόπους και θυσίες προκειμένου να φανεί αντάξια της εμπιστοσύνης που της δείχνετε με την Πράξη που υπογράφουμε σήμερα• από την πλευρά της, είναι σίγουρη πως οι χώρες σας θα φανούν αντάξιες της μεγάλης αποστολής που τους έχει ανατεθεί από τη συνθήκη της Ρώμης». Στη δική του ομιλία ο Ludwig Erhart, πρόεδρος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπογράμμισε: «Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, υπογράφοντας τη συμφωνία σύνδεσης με την Ελλάδα, έχουν συνείδηση ότι προβαίνουν σε μια πράξη πολύ μεγάλης σημασίας για την Ελλάδα, για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και, γενικότερα, για την αλληλεγγύη της Δύσης». Η συμφωνία ετέθη σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου του 1962, αφού το Φεβρουάριο του 1962 εγκρίθηκε από την ελληνική βουλή. Στη σχετική του ομιλία ο υπουργός Συντονισμού Π. Παπαληγούρας είχε δηλώσει: «Η σύνδεσις καθιστά δυνατήν την δημιουργίαν μεγάλων και εκσυγχρονισμένων παραγωγικών μονάδων, διανοίγει εξαγωγικάς ευκαιρίας υπέρ των κλασικών εξαγωγικών προϊόντων μας, αλλά και υπέρ αγροτικών προϊόντων τα οποία μέχρι τούδε δεν εξήγοντο… Θα παράσχη, εφαρμοζόμενη, ευκαιρίας απασχολήσεως του εργατικού μας δυναμικού και θα στερεώση την βάσιμον ελπίδα ότι, σιγά σιγά, αναπροσαρμοζόμενης της όλης μας οικονομίας και αναπτυσσόμενης συμφώνως προς τα ευρωπαϊκά μέτρα, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα απολαύσουν εκείνων των αγαθών που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί των… Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας … είναι απλούστατα, εντός της στενής περιοχής της ελληνικής αγοράς, ανέφικτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επεδιώξαμεν την ταχυτέραν δυνατήν σύνδεσιν της χώρας με την Κοινότητα». Το μόνο κόμμα που τάχθηκε ενάντια στη συμφωνία σύνδεσης ήταν η ΕΔΑ, ενώ επικρίσεις διατυπώθηκαν και από ορισμένους παράγοντες του πνευματικού κόσμου, καθώς και από σημαντικό αριθμό εκπροσώπων βιοτεχνικών και εμποροβιομηχανικών ενώσεων, αλλά και από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Χαρακτηριστικά, ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Ν. Κιτσίκης ανέφερε: «Από άποψιν οικονομικήν η σύνδεσις θα έχη μέγιστον ανασταλτικόν αντίκτυπον στην εξέλιξιν της ελληνικής βιομηχανίας, θα δυσχεράνη σε μέγιστον βαθμόν κάθε προσπάθειαν, όχι μόνον της βαρείας εκβιομηχανίσεως, την οποία οριστικά θα ματαιώση, αλλά και της ελαφράς των μέσων κατανάλωσης, την οποία σοβαρότατα θα περιορίσει». Παράλληλα, σε μελέτη του ΚΕΠΕ, το οποίο αποτελούσε συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης, σημειωνόταν: «Η παρούσα σύνδεση και η προσδοκώμενη πλήρης προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν θα βοηθούσε στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης – αντιθέτως, είναι πιθανόν να προκαλέσει σημαντικές ταλαιπωρίες, να βλάψει ζωτικά ελληνικά συμφέροντα και, εν συντομία, να θέσει σε κίνδυνο τη χώρα όσον αφορά το ισοζύγιο πληρωμών και την οικονομική πρόοδο». Η περίοδος της δικτατορίας Η πραγματοποίηση του απριλιανού πραξικοπήματος και η ανάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες δημιούργησαν δισεπίλυτα προβλήματα για τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ, που διακρίνονταν από την ύπαρξη μια αδιατάρακτης κοινοβουλευτικής ομαλότητας. Αυτό που γινόταν αντιληπτό από τους ιθύνοντες της ΕΟΚ είναι πως στην Ελλάδα είχε συντελεστεί μια βαθιά μεταλλαγή του καθεστώτος, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβληματισμοί όσον αφορά το κατά πόσο θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η σχέση. Για το λόγο αυτό στις 2 Μαΐου του 1967 (12 μέρες μόλις μετά το πραξικόπημα) συνεδρίασε η Μεικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελλάδας-ΕΟΚ, που διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι βάσεις της αρχικής συμφωνίας σύνδεσης στο πλαίσιο της νέας πολιτικής κατάστασης. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα πως αδυνατούσε να λειτουργήσει για το διάστημα αναστολής των δημοκρατικών θεσμών και πρότεινε να μην υπάρξει καμία απόφαση που να προωθούσε περαιτέρω τη συμφωνία, καθώς και τις χρηματοδοτήσεις που αυτή προέβλεπε. Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 Μαΐου 1967 ο πρόεδρος της Μεικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής κ. Schuijt και ο πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Martino, υποβάλλοντας σχετική ερώτηση προς την Commission, ζήτησαν να συζητηθεί η πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Από την πλευρά του, στις 10 Μαΐου 1967 το Ευρωπαϊκό Κοινιβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «η συμφωνία σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελλάδας, που προβλέπει τη μεταγενέστερη ένταξη της χώρας αυτής στην Κοινότητα, θα μπορέσει να εφαρμοστεί στις διάφορες φάσεις της μόνον αν οι δημοκρατικοί θεσμοί διακυβέρνησης και οι συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες αποκατασταθούν στην Ελλάδα». Το αποτέλεσμα ήταν η συναίνεση και της Commission στην αναστολή της ισχύος της συμφωνίας σύνδεσης, με σχετική απόφαση που κοινοποίησε στο Συμβούλιο. Στις 28 Νοεμβρίου του 1967 ο πρόεδρος του Συμβουλίου Σύνδεσης δήλωσε μεταξύ άλλων: «Οφείλαμε να διακόψουμε τις συνομιλίες σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές της σύνδεσης και κυρίως την εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής και τη χρηματοδοτική βοήθεια». Ουσιαστικά, επρόκειτο για αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης – εξέλιξη που πρακτικά σήμαινε πως θα εφαρμόζονταν μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις (βασικά, την πραγματοποίηση της τελωνειακής ένωσης), ενώ θα αναστέλλονταν οι διατάξεις που σχετίζονταν με την εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής, τη χορήγηση της οικονομικής βοήθειας, την ελεύθερη διακίνηση των προσώπων και υπηρεσιών, καθώς και το συντονισμό στην οικονομική πολιτική. Η κατάσταση αυτή παρέμεινε στάσιμη και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, στις 3 Φεβρουαρίου 1970 το Συμβούλιο Υπουργών, κατόπιν σχετικής δήλωσης του Βέλγου προέδρου του Pierre Harmel, επιβεβαίωσε εκ νέου την αναστολή των περισσότερων ρυθμίσεων της συμφωνίας σύνδεσης, εμμένοντας μόνο στην πραγματοποίηση όσων σχετίζονταν με ζητήματα τρέχουσας διαχείρισης. Από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την επανέναρξη της διαπραγματεύσεων μέχρι την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης Μόλις δύο μέρες μετά την κατάρρευση της δικτατορίας η Commission συνεδρίασε και διαπίστωσε πως «οι πρόοδοι της δημοκρατίας δεν μπορούν παρά να έχουν θετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη της σύνδεσης της Ελλάδας με την Κοινότητα». Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση έστειλε υπόμνημα στις 22 Αυγούστου του 1974 στην Commission και στην προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών, το οποίο αναφερόταν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων και ζητούσε την άμεση επανενεργοποίηση των συμφωνίας μέσω μιας σειράς συγκεκριμένων μέτρων: αποκατάσταση σχέσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής κ.λπ. Η απάντηση από την πλευρά του Συμβουλίου υπήρξε σχετικά άμεση, καθώς στις 17 Σεπτεμβρίου του 1974 αποφάσισε πως μπορούν να επαναλειτουργήσουν τα όργανα της συμφωνίας σύνδεσης, έτσι ώστε να προωθηθεί η πλήρης εφαρμογή της και να διευκολυνθεί η μελλοντική ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα. Επιπλέον, στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974, έδωσε τη συναίνεσή του και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την άμεση εκ νέου ενεργοποίηση της συμφωνίας. Η επανασύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας και Κοινότητας ενθάρρυνε την ελληνική κυβέρνηση, που επεδίωκε, σε σύντομο χρονικό διάστημα, την πλήρη ένταξη της χώρας. Έτσι, στις 5 Ιουνίου 1975, η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα [ΕΟΚ], την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα [ΕΚΑΧ] και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας [ΕΚΑΕ]). Το κείμενο της αίτησης ένταξης της Ελλάδας είχε ως εξής: «Εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας έχω την τιμή να ενημερώσω την Υμετέραν Εξοχότητα ότι η Ελλάς διά της παρούσης ζητά να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 237 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ» (Αθήνα, 12 Ιουνίου 1975). Κωνσταντίνος Καραμανλής (υπογραφή). Για να αιτιολογηθεί η ενέργεια αυτή, προβλήθηκαν δύο ειδών λόγοι: α) οι θεμελιώδεις νομιμοποιητικοί και β) οι άμεσοι. Ως θεμελιώδεις θεωρήθηκαν: Ι) το γεγονός πως από γεωπολιτική άποψη η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη, ΙΙ) η μακραίωνη κοινή πολιτιστική παράδοση, ΙΙΙ) η επιθυμία της Ελλάδας για τη δημιουργία, μακροπρόθεσμα, ενός κοινού ευρωπαϊκού κράτους στο οποίο θα συμμετείχαν όλα τα κράτη-μέλη της Κοινότητας. Ως άμεσοι λόγοι αναφέρθηκαν: Ι) ο πολιτικός παράγοντας: η σταθεροποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ελλάδα και η ανάγκη εξέλιξής του μέσα στα δυτικοευρωπαϊκά πλαίσια, ΙΙ) ο στρατιωτικός παράγοντας: η διασφάλιση των υφιστάμενων συνόρων της Ελλάδας μέσα από τον πολιτικό σχηματισμό της ενοποιούμενης Ευρώπης, ΙΙΙ) ο οικονομικός παράγοντας: διασφάλιση για το ότι η ελληνική οικονομία θα κατόρθωνε να υπερκεράσει τα χαρακτηριστικά της καθυστέρησης της οικονομικής δομής και να φτάσει το επίπεδο των ανεπτυγμένων δυτικών κρατών. Η ενέργεια αυτή υποστηρίχτηκε από την πλειοψηφία του ελληνικού κοινοβουλίου – ακόμα και του μεγαλύτερου τμήματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Συγκεκριμένα, ο Γεώργιος Μαύρος, πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, είχε επισημάνει τα εξής: «Η πλήρης ένταξη της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές κοινότητες μαζί με τις οικονομικές δυνατότητες που προσφέρει κατοχυρώνει τη θέση και το κύρος της Ελλάδας στο διεθνή πολιτικό χώρο». Ακόμα και τα δύο μικρά κόμματα της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΕΔΑ και ΚΚΕ Εσωτερικού) υποστήριξαν την ένταξη. Είναι ενδεικτικά τα όσα ανέφερε τότε ο Λεωνίδας Κύρκος, βουλευτής και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Εσωτερικού: «Η ολοκλήρωση διαμορφώνει και πάλι αντικειμενικά νέες δυνατότητες… για μιαν άλλη προοπτική οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικής εξέλιξης προς την προχωρημένη μορφή δημοκρατίας και προς τον σοσιαλισμό. Σε αυτή τη δεύτερη διάσταση, πιστεύουμε ότι ανήκει το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι κοινές ελπίδες των λαών των χωρών μας ενσαρκώνονται στην ιδέα της Ευρώπης των εργαζομένων». Στον αντίποδα βρέθηκαν το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, που αντιτάχθηκαν στην προοπτική της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, «η ένταξη στην ΕΟΚ αντιστρατεύεται τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και... έρχεται σε σύγκρουση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ελληνικού λαού». Το ενδεχόμενο ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ θα οδηγούσε στην «υποταγή της σε ένα κέντρο δύναμης έξω από την Ελλάδα». Σε παρόμοιες θέσεις κινούνταν και το ΚΚΕ, όπου σε κύριο άρθρο του Ριζοσπάστη αναφερόταν μεταξύ άλλων: «Η Κοινή Αγορά είναι ένας κλειστός οικονομικός συνασπισμός των μεγάλων εθνικών και διεθνικών ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων και αποτελεί το υπόβαθρο όλων των τυχοδιωκτικών κοσμοκρατορικών επιδιώξεων του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού... Συνεπώς, η ένταξη της χώρας μας στην Κοινή Αγορά θα υπηρετήσει τα συμφέροντα μόνο μιας χούφτας ελληνικών μονοπωλιακών κύκλων και των ξένων συνεργατών τους. Θα οδηγήσει σε απομόνωση τη χώρα από τον άλλο κόσμο... θα μεγαλώσει ακόμη πιο πολύ τους κινδύνους κατάλυσης των δημοκρατικών θεσμών... θα οξύνει και θα βαθύνει ακόμα περισσότερο τα μεγάλα εθνικά και λαϊκά προβλήματα». Σε κάθε περίπτωση και παρά τις όποιες αντιρρήσεις, η αίτηση ένταξης ακολούθησε την προβλεπόμενη γραφειοκρατική διαδικασία, και στις 29 Ιανουαρίου του 1976 η Commission διατύπωσε τη θέση της για το ελληνικό αίτημα. Χωρίς να είναι άμεσα απορριπτική, η απάντησή της στην ουσία αποτελούσε μια πρόταση αναβολής της ελληνικής αίτησης. Κι αυτό γιατί, ενώ, από τη μια, απαντούσε θετικά στο αίτημα ένταξης μέσω της σύστασης επιτροπής για άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων, από την άλλη πρότεινε, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις αυτές, την ύπαρξη ενός σταδίου προένταξης, αναιρώντας ουσιαστικά την προηγούμενη καταφατική απάντηση. Ως αιτιολογικό αναφερόταν το γεγονός ότι «η ελληνική οικονομία στο παρόν στάδιο περιέχει έναν αριθμό διαρθρωτικών χαρακτηριστικών που περιορίζουν την ικανότητά της να συνδυαστεί με αρμονικά με τις οικονομίες των τωρινών κρατών-μελών. Συγκεκριμένα, το συγκριτικό μέγεθος του αγροτικού πληθυσμού, η δομή της αγροτικής βιομηχανίας της Ελλάδας και η σχετικά ασθενής βιομηχανική της βάση απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές των οποίων η Κοινότητα θα πρέπει να αναλάβει μέρος του κόστους». Ωστόσο, αυτές τις απόψεις της Commission τις απέρριψε το Συμβούλιο των Υπουργών και, με απόφασή του στις 9 Φεβρουαρίου του 1976, αποδέχτηκε ομόφωνα το ελληνικό αίτημα και εξουσιοδότησε την Commission να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν επίσημα στις 27 Ιουλίου του 1976, ενώ η ουσιαστική φάση του ξεκίνησε στις 10 Φεβρουαρίου του 1978 και ολοκληρώθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων αντιμετωπίστηκε με ανάμεικτες αντιδράσεις από τον πολιτικό κόσμο. Ο Κ. Καραμανλής δήλωσε πως η εξέλιξη αυτή αποτελούσε «ένα ιστορικό για την Ελλάδα γεγονός», αλλά ο Α. Παπανδρέου, που στο μεταξύ είχε γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστήριξε πως επρόκειτο για «ολοκλήρωση του οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού δορυφορισμού του τόπου μας». Η υπογραφή της συνθήκης για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 1979 στο Ζάππειο Μέγαρο. Ένα μήνα μετά, στις 28 Ιουνίου 1979, η συνθήκη αυτή επικυρώθηκε και από την ελληνική Βουλή με 193 ψήφους υπέρ, 4 κατά και 103 αποχές. Υπέρ της ένταξης ψήφισαν η ΝΔ, το ΚΟΔΗΣΟ, η ΕΔΗΚ, η ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσωτερικού. Την καταψήφισε το ΚΚΕ, ενώ το ΠΑΣΟΚ είχε αποχωρήσει από τη Βουλή πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Στην ομιλία του ο Κ. Καραμανλής υποστήριξε πως η εξέλιξη αυτή δημιουργούσε για την Ελλάδα νέες προοπτικές όχι μόνο στο οικονομικό αλλά και στο πολιτικό και το κοινωνικό επίπεδο: «Με τη σημερινή συμφωνία η Ελλάς αποδέχεται τη συμμετοχή της στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης... Η Ελλάς δεν μπορεί να απουσιάσει από αυτή την ιστορική για το μέλλον της προσπάθεια. Γιατί η τύχη της είναι στενά, αναπόσπαστα θα έλεγα, συνυφασμένη με την τύχη των άλλων δημοκρατιών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου... Με τη συμφωνία, η Ελλάδα βγαίνει από την αιώνια μοναξιά της... Εντάσσεται ως ισότιμο μέλος στη μεγαλύτερη δημοκρατική οικογένεια και αποκτά με τον τρόπο αυτό το αίσθημα της ασφάλειας και της ανεξαρτησίας». Η περίοδος προσαρμογής: 1981-85 Η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος της Κοινότητας την 1η Ιανουαρίου του 1981, λίγους μόνο μήνες πριν το ΠΑΣΟΚ ανέλθει στην εξουσία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η νέα κυβέρνηση ήταν αντίθετη με την ένταξη και είχε διακηρύξει πως, μόλις ερχόταν στην εξουσία, θα έθετε θέμα αποσύνδεσης από την ΕΟΚ. Στις 26-27 Νοεμβρίου ο πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου παρουσίασε τις θέσεις της νέας κυβέρνησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συγκλήθηκε στο Λονδίνο: «Το κόμμα μας και τώρα κυβέρνησή μας πάντα ήταν πεπεισμένα ότι οι κανόνες που θεσπίσθηκαν για τους Εννέα ίσως μπορούσαν να λειτουργήσουν σωστά για τις βιομηχανικά αναπτυγμένες οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης. Αλλά πάντως δεν ταίριαζαν στις περιφερειακές χώρες της Νότιας Ευρώπης, που δεν έχουν ακόμα φτάσει στο στάδιο της καπιταλιστικής ωριμότητας. Για τις χώρες αυτές, που ανάμεσά τους συγκαταλέγεται η Ελλάδα και αύριο η Ισπανία και η Πορτογαλία, οι κανόνες αυτοί (των Εννέα) ήταν επαχθείς και μπορούσαν εύκολα να καταπνίξουν έναν αυτοδύναμο τύπο οικονομικής ανάπτυξης... Ο Νότος της Ευρώπης δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει στα πλαίσια της Κοινότητας με κανόνες κατασκευασμένους για τους Βόρειους... πρόθεση της Νέας Κυβέρνησης είναι να θέσει το θέμα δημοψηφίσματος και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μετά τα έξι αρχικά μέλη οι άλλες χώρες-μέλη είχαν την ευκαιρία να διεξάγουν δημοψήφισμα, και σαφώς δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα προνόμια του βρετανικού, του ιρλανδικού ή του νορβηγικού λαού και σε αυτά του ελληνικού λαού… Θα πρέπει να έχουμε την ευκαιρία να προσφύγουμε σε δημοψήφισμα, όπου η βασική επιλογή θα είναι μεταξύ της παραμονής της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά ως πλήρες μέλος, όπως συμβαίνει σήμερα, και ενός ειδικού καθεστώτος. Το θέμα του δημοψηφίσματος ανήκει στις προνομίες του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και, επομένως, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι θα διεξαχθεί δημοψήφισμα». Ο πρωθυπουργός διευκρίνισε ακόμα πως, μέχρι να ληφθεί η απόφαση για το δημοψήφισμα, η Ελλάδα θα συνέχιζε να παρεμβαίνει μέσα στα θεσμικά όργανα της ΕΟΚ, όπου και θα προέβαλλε τα αιτήματα και τις θέσεις της. Τέλος, το «ειδικό καθεστώς» αποτελούσε μια μόνιμη και όχι μεταβατική κατάσταση. Η διαμόρφωση αυτού του «ειδικού καθεστώτος» θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας αναδιάρθρωσης των σχέσεων ευρωπαϊκού Βορρά- Νότου. Με την τοποθέτηση αυτή ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέφραζε τη μετατόπισή του από παλαιότερες θέσεις που είχε υιοθετήσει την περίοδο που το ΠΑΣΟΚ ήταν στην αντιπολίτευση. Ουσιαστικά, εγκαταλειπόταν εντελώς ο στόχος της εξόδου από την ΕΟΚ, ενώ και αυτό ακόμα το ειδικό καθεστώς συνδεόταν με τη βούληση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, δεν ετίθετο ούτε θέμα επαναδιαπραγμάτευσης της πράξης προσχώρησης, αλλά όλα παραπέμπονταν στη μελλοντική διαδικασία αναδιάρθρωσης της ΕΟΚ. Με τη στάση αυτή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υποδήλωνε πως είχε αναθεωρήσει σε σημαντικό βαθμό τη θέση της για τη φύση της ΕΟΚ, καθώς και για το ρόλο της συμφωνίας σύνδεσης στην εξέλιξη της χώρας μας. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση, ερχόμενη αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της ένταξης, υιοθετούσε τη θέση πως το κόστος της αποχώρησης θα απέβαινε μεγαλύτερο από αυτό της παραμονής και, βάσει αυτή της συλλογιστικής, δεν επιδίωξε την αποχώρηση αλλά την αναζήτηση τρόπων για να βελτιώσει τη θέση της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενη τα πλεονεκτήματα της ένταξης και αγωνιζόμενη για την τροποποίηση των αρνητικών της στοιχείων. Ο στρατηγικός στόχος πλέον ήταν ο μετασχηματισμός της κοινοτικής πραγματικότητας μέσω της εξάλειψης των ανισοτήτων που χαρακτήριζαν την οικονομία της ΕΟΚ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε το Μάρτιο του 1982 ένα μνημόνιο προς τα κοινοτικά όργανα, το οποίο έφερε τον τίτλο «Θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τις σχέσεις της Ελλάδας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες». Με το μνημόνιο αυτό η Ελλάδα απέβλεπε αφενός στην επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών όρων ένταξης της χώρας μέσα στην ΕΟΚ, και από την άλλη στην οριστικοποίηση της συμμετοχής της στην Κοινότητα. Για την ακρίβεια, το μνημόνιο έθετε τρεις ειδικότερους στόχους: α) Την αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής οικονομίας, πράγμα που σήμαινε την αναγνώριση των δομικών προβλημάτων και αδυναμιών που χαρακτήριζαν την ελληνική οικονομία σε σχέση με τις υπόλοιπες κοινοτικές. β) Τη διεύρυνση και ενεργοποίηση των κοινοτικών χρηματοδοτικών μηχανισμών με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των τομέων στους οποίους η Ελλάδα μειονεκτούσε, και τη συνεπακόλουθη επίτευξη του διαρθρωτικού εκσυγχρονισμού της οικονομίας. γ) Την αναγνώριση από τα κοινοτικά όργανα, για αναγκαίο χρονικό διάστημα, της ανάγκης αποκλίσεων από τους κανόνες ανταγωνισμού της Κοινότητας (αποδοχή κινήτρων ανάπτυξης, προσωρινή και υπό όρους προστασία νέων βιομηχανιών, αποδοχή εξαγωγικών ενισχύσεων για μικρομεσαίους, εξαίρεση από περιορισμούς παραγωγής). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, η πραγματοποίηση αυτών των στόχων θα οδηγούσε τη χώρα στην αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη και θα εξάλειφε τους κινδύνους να υποσκελιστεί η ελληνική οικονομία από τις ασύγκριτα ισχυρότερες κοινοτικές. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο μνημόνιο, «οι κανόνες και οι μηχανισμοί της Κοινότητας εξακολουθούν να είναι διαμορφωμένοι και να λειτουργούν έτσι που ευνοούνται οι κεντρικές και ανεπτυγμένες οικονομίες, για τις οποίες άλλωστε αρχικά προορίζονταν, ενώ σε περιφερειακές και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες οι επιπτώσεις είναι αρνητικές… Ιδιαίτερα ανεπαρκής είναι η μεταφορά πόρων μέσα από τον κοινοτικό προϋπολογισμό προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, και ειδικότερα την Ελλάδα… Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η συνεχής διεύρυνση των ανισοτήτων μέσα στην Κοινότητα… Η ελληνική κυβέρνηση κρίνει αναγκαίο να επιστήσει την προσοχή της Κοινότητας τόσο στα ιδιαίτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας όσο και στην πολιτική που έχει χαράξει για την αντιμετώπισή τους…Είναι απαραίτητη στα πλαίσια του 5ετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (α) η αυξημένη ενίσχυση από κοινοτικής πλευράς συγκεκριμένων σχεδίων ανάπτυξης τομέων, κλάδων και περιοχών και (β) η αναγνώριση για αναγκαίο χρονικό διάστημα από τα κοινοτικά όργανα της ανάγκης αποκλίσεων από τους κανόνες ανταγωνισμού της Κοινότητας», ενώ κατέληγε πως όλες αυτές οι προτάσεις «αποτελούν τα ελάχιστα δυνατά βήματα για τη δημιουργία καθεστώτος ένταξης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, που να μη βρίσκεται σε αντίθεση με τα βασικά εθνικά συμφέροντα». Για το λόγο αυτό επιβαλλόταν η θέσπιση «ειδικών ρυθμίσεων που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας όπως και γενικότερα των σχέσεων της Ελλάδας με την Κοινότητα, χωρίς αντιφάσεις ή συγκρούσεις». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε στο ελληνικό μνημόνιο το Μάρτιο του 1983 απορρίπτοντας ένα από τα βασικά αιτήματα, τη δυνατότητα ύπαρξης αποκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά θεώρησε πως οι οικονομικές (χρηματοδοτικές) στοχεύσεις του μνημονίου εκπληρώθηκαν μέσω της υιοθέτησης των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ). Η υιοθέτηση των ΜΟΠ σε συνδυασμό με την αύξηση των κοινοτικών πόρων είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή προσανατολισμού της ελληνικής κυβέρνησης και την ακύρωση οποιασδήποτε αναφοράς σε προοπτική σύναψης «ειδικής σχέσης» ή ειδικού καθεστώτος με την Κοινότητα. Ταυτόχρονα, θεωρήθηκε πως η συμμετοχή των Ελλήνων αντιπροσώπων στους θεσμούς και στις διαδικασίες της ΕΟΚ λειτουργούσε θετικά για την προώθηση των ελληνικών αιτημάτων, ενώ τα περιθώρια επιρροής στις κοινοτικές αποφάσεις ήταν αρκετά σημαντικά. Βέβαια, η όλη αυτή αλλαγή στρατηγικής δεν είχε πάντα ομοιογένεια και εκφραζόταν με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα επίπεδα λήψης αποφάσεων. Έτσι, η Ελλάδα, σε αρκετές περιπτώσεις, εμφάνισε μια διστακτική έως εχθρική στάση απέναντι στα λεγόμενα «υπερεθνικά» όργανα της ΕΟΚ (Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο). Αντίθετα, παρατηρήθηκε μια πιο φιλική συμπεριφορά απέναντι στα διακυβερνητικά όργανα. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός πως η Ελλάδα τοποθετήθηκε αρνητικά απέναντι στο ενδεχόμενο ενίσχυσης και επέκτασης των αρμοδιοτήτων των υπερεθνικών οργάνων. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε πως τάχθηκε αρνητικά στην πρόταση για συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία διορισμού της Επιτροπής. Επίσης, αντιτάχθηκε στην προοπτική παροχής δικαιώματος «σύμφωνης γνώμης» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης και για την ένταξη νέων χωρών. Αντίθετα, υπογράμμιζε σε κάθε ευκαιρία τη σημασία που είχε η συγκέντρωση εξουσιών στο Συμβούλιο Υπουργών, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συνδυασμό με την ανάγκη ύπαρξης ομοφωνίας για τη λήψη αποφάσεων νομοθετικού περιεχομένου. Η περίοδος της εξομάλυνσης, 1985-89 Η τετραετία 1985-89 χαρακτηρίστηκε από την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας και ΕΟΚ. Πέρα από όσα βελτιωτικά είχαν προηγηθεί, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η θετική στάση της Κοινότητας απέναντι στο αίτημα της Ελλάδας για οικονομική ενίσχυση του σταθεροποιητικού προγράμματος που υιοθέτησε η κυβέρνηση από τον Οκτώβριο του 1985. Η ενίσχυση πήρε τη μορφή δανείου ύψους 1.750 εκατομμυρίων ECU. Παράλληλα, η Ελλάδα, λειτουργώντας από κοινού με τις λιγότερο εύπορες χώρες (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία), κατόρθωσε να αναγνωριστεί η ανάγκη εφαρμογής συγκεκριμένων θεσμικών κατευθύνσεων και πολιτικών με σκοπό τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και την ενδυνάμωση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της κοινότητας. Όσον αφορά άλλα πεδία δράσης, η Ελλάδα παρουσίασε αξιοσημείωτες αλλαγές σε σχέση με τη μέχρι τότε πολιτική της. Ενώ, όπως είδαμε, μέχρι το 1985 διατηρούσε σοβαρότατες επιφυλάξεις για κάθε περαιτέρω ενίσχυση των υπερεθνικών κοινοτικών θεσμών, από το καλοκαίρι του 1985 τα πράγματα άλλαξαν. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1985 ξεκίνησαν μεταξύ των κρατών-μελών οι διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της συνθήκης και τη θέσπιση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης. Κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων, η χώρα μας τήρησε έντονα φιλοενοποιητική στάση διατυπώνοντας θέσεις που αποσκοπούσαν: α) στην ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου της Κοινότητας (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Επιτροπή), αναγνωρίζοντας την ανάγκη αλλά και τη σημασία οι αποφάσεις του Συμβουλίου σε μια σειράς θέματα να λαμβάνονται με ειδική (ενισχυμένη) πλειοψηφία και όχι ομοφωνία, β) στην ανάπτυξη μιας σειρά πολιτικών που στόχευαν στην εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, αλλά και στην προώθηση διαδικασιών οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης. Προς τη συνθήκη του Μάαστριχτ Η ανάληψη της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία τον Απρίλιο του 1990, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των συζητήσεων, σε κοινοτικό επίπεδο, σχετικά με το μέλλον της ΕΟΚ και της προετοιμασίας για τη μετέπειτα συνθήκη του Μάαστριχτ, σηματοδότησαν την έναρξη μια νέας περιόδου στις σχέσεις Ελλάδας-ΕΟΚ. Η ΝΔ, δεδομένου και του εξαρχής φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού της, προέβαλλε με σαφή τρόπο την προτίμησή της σε μια ομοσπονδιακή συγκρότηση της Ευρώπης. Ο πολιτικός αυτός προσανατολισμός έλαβε τη μορφή υπομνήματος που υποβλήθηκε το Μάιο του 1990. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι προνομιμοποιήθηκε η πολιτική διάσταση του περιεχομένου του υπομνήματος έτσι ώστε να εξαλειφθεί ο μονομερής χαρακτήρας των σχέσεων Ελλάδας-Κοινότητας που εστιαζόταν μέχρι τότε σχεδόν αποκλειστικά σε οικονομικές/δημοσιονομικές διαστάσεις. Από αυτή την άποψη, υπενθυμίζεται εδώ ότι τα προηγούμενα χρόνια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε αντιταχθεί σε πρωτοβουλίες που αποσκοπούσαν στην εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης (π.χ. σχέδιο Gensher-Colombo, σχέδιο συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση κ.λπ.), αλλά και σε αντίστοιχες δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας. Αρχικά, το υπόμνημα αναφερόταν στις αλλαγές που είχαν συμβεί στον ευρωπαϊκό χώρο (διάλυση του Ανατολικού Συνασπισμού), οι οποίες είχαν μετασχηματίσει το ευρωπαϊκό περιβάλλον, επισημαίνοντας πως «η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποτελεί το μοναδικό ευρωπαϊκό παράγοντα σταθερότητας και ευημερίας». Η κεντρική πολιτική θέση του μνημονίου συμπυκνωνόταν στην άποψη ότι «η Πολιτική Ένωση θα πρέπει να αποτελέσει το προϊόν μιας δυναμικά εξελικτικής διαδικασίας, η οποία θα αναπτύσσεται με επιταχυνόμενους και διευρυνόμενους ρυθμούς προς τον τελικό της στόχο, σε αρμονική σύζευξη με την υλοποίηση των στόχων για οικονομική και νομισματική ενοποίηση και την επίτευξη υψηλότερου βαθμού εσωτερικής συνεκτικότητας και συνοχής στο χώρο της Κοινότητας και την ανάπτυξη κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής». Βάσει αυτής της συλλογιστικής, η ελληνική πλευρά πρότεινε 6 άξονες κατευθύνσεων: α) ενίσχυση των δημοκρατικών δομών της Κοινότητας, β) ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του Συμβουλίου, γ) ενίσχυση των εξουσιών της Επιτροπής, δ) ενίσχυση της Ευρώπης των πολιτών και του Δικαίου, ε) θέσπιση νέων πολιτικών δράσεων, στ) ανάπτυξη κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Με εξαίρεση το ΚΚΕ, όλα τα υπόλοιπα κόμματα της ελληνικής Βουλής υποστήριξαν την κατεύθυνση της ομοσπονδιακής προσέγγισης. Από εκεί και πέρα η ελληνική κυβέρνηση, στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, έθεσε και ορισμένα πιο «ελληνοκεντρικά» ζητήματα με τη μορφή προτάσεων. Οι προτάσεις αυτές αφορούσαν τα εξής πεδία: α) την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική για την ασφάλεια και άμυνα, β) την οικονομική και κοινωνική συνοχή, γ) την ανάπτυξη των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας στους τομείς του τουρισμού, της παιδείας, του πολιτισμού, του περιβάλλοντος και της τεχνολογίας, δ) το σύστημα ίδιων πόρων της Κοινότητας, ε) το ζήτημα της ομοφωνίας (και οι περιπτώσεις που αυτό εφαρμόζεται) στη λήψη των αποφάσεων. Από τα πεδία αυτά, δύο ζητήματα ήταν εκείνα που θεωρούνταν μείζονα για την ελληνική πλευρά: το πρώτο σχετιζόταν με την ανάγκη συμμετοχής της χώρας μας στις αμυντικές λειτουργίες της Ένωσης με τέτοιον τρόπο ώστε να περιορίζεται το ελληνικό αμυντικό πρόβλημα. Το δεύτερο συνδεόταν με την ανάγκη ενίσχυσης των υφιστάμενων ρυθμίσεων για την οικονομική και κοινωνική συνοχή μέσω της δημιουργίας νέου Ταμείου Συνοχής και τη δέσμευση για την ύπαρξη νέου πακέτου μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής με σκοπό τη χρηματοδοτική υποστήριξη των οικονομικά αδύνατων κρατών-μελών. Ειδικά το πρώτο ζήτημα θα πρέπει να συσχετιστεί με τις γενικότερες γεωπολιτικές αλλαγές που συνέβαιναν την εποχή εκείνη και το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατούσε σε διεθνές επίπεδο. Για το λόγο αυτό, η Ελλάδα υποδείκνυε με επιμονή την ανάγκη εγκαθίδρυσης της Πολιτικής Ένωσης της Ευρώπης. Είχε εκτιμηθεί πως στο πλαίσιο μιας τέτοιας υπερεθνικής συγκρότησης θα ενισχυόταν ο σταθεροποιητικός ρόλος της Κοινότητας στο διεθνή χώρο, πράγμα που ενδιέφερε άμεσα και ζωτικά την Ελλάδα. Παράλληλα, η ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής θα συνεπαγόταν και προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Ένωσης και, κατά συνέπεια, και της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, η πολιτική ενοποίηση ενός σημαντικού αριθμού ισχυρών δυτικών κρατών θα δημιουργούσε ένα διεθνικό μόρφωμα, το οποίο θα είχε ενισχυμένη διαπραγματευτική ικανότητα στο διεθνές σύστημα και, κατά συνέπεια, και η χώρα μας θα ήταν λιγότερο ευάλωτη στις πάσης φύσεως εξωτερικές πιέσεις. Επιπρόσθετα, ο σχηματισμός της Πολιτικής Ένωσης θα ενδυνάμωνε και τη θεσμική παρουσία και το ρόλο της Ελλάδας στο ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο. Τέλος, η συγκρότηση της Πολιτικής Ένωσης θα σηματοδοτούσε την ανάπτυξη κοινοτικών αρμοδιοτήτων και πολιτικών σε τομείς που τύγχαναν του άμεσου ενδιαφέροντος της Ελλάδας, όπως ήταν η υγεία, ο τουρισμός, το περιβάλλον, η παιδεία, ο πολιτισμός, οι διαρθρωτικές πολιτικές κ.ά. Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων όπως αποτυπώθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ –στην πραγματικότητα πρόκειται για συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 1991 στην πόλη Μάαστριχτ– άφησε, σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένη την ελληνική πλευρά. Τα βασικά αιτήματα της Ελλάδας που αφορούσαν την ενίσχυση του ρόλου και των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και την ανάπτυξη της κοινής εξωτερικής πολιτικής, ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ρυθμίσεις της συνθήκης. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχτεί πως το αίτημα της κοινής εξωτερικής πολιτικής βρήκε πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση απ’ ό,τι η ίδια Ελλάδα περίμενε και πρότεινε. Ταυτόχρονα, και ο δεύτερος θεμελιακός στόχος που είχε θέσει η χώρα μας, η ενίσχυση των χρηματοδοτήσεων για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό – λόγω της έντονης δραστηριοποίησης και της Ισπανίας. Πιο αναλυτικά, επετεύχθησαν όλοι οι ελληνικοί στόχοι που αφορούσαν τη ανάπτυξη νέων πολιτικών και δράσεων στους ακόλουθους τομείς: πολιτισμό, εκπαίδευση, περιβάλλον και ποιότητα ζωής, πολιτικές συνοχής, προστασία εργαζομένων, αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων. Πλήρης επιτυχία υπήρξε και σε ό,τι αφορούσε την εξωτερική πολιτική και άμυνα: ενσωμάτωση της πολιτικής συνεργασίας στην κοινοτική συνεργασία, κατάργηση των περιορισμών για την εξέταση των θεμάτων ασφάλειας και διατύπωση κοινών θέσεων, διατύπωση του ρόλου της Κοινότητας στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας, υποβολή των ιδιαίτερων προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζουν κράτη-μέλη σε κοινή δράση και καθορισμό της κοινοτικής αλληλεγγύης ως βασικής αρχής. Στο ζήτημα της ενίσχυσης του νομοθετικού ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι στόχοι της Ελλάδας επετεύχθησαν όλοι, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό. Έτσι, πλήρως επετεύχθη μόνο η επέκταση της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ Επιτροπής-Συμβουλίου-Κοινοβουλίου στο σύνολο των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Σε μερικό βαθμό επετεύχθη η επέκταση της διαδικασίας της σύμφωνης γνώμης, ενώ σε πολύ περιορισμένο βαθμό επετεύχθη η αναγνώριση του δικαιώματος πρωτοβουλίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ικανοποιητικά ήταν και τα αποτελέσματα στο ζήτημα της Ευρώπης των πολιτών και του Δικαίου: Οι ελληνικοί στόχοι επετεύχθησαν όσον αφορά τα θέματα της επέκτασης του δικαιώματος ψήφου, προοδευτικά, στους Ευρωπαίους πολίτες που κατοικούν σε άλλα κράτη-μέλη, την ενσωμάτωση της αρχής της κοινοτικής αλληλεγγύης σε άρθρο της Συνθήκης, την εξασφάλιση της εφαρμογής των αποφάσεων που εκδίδει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την αλλαγή του τίτλου από ΕΟΚ σε ΕΕ, ενώ δεν επετεύχθη η απλοποίηση των δυνατοτήτων πρόσβασης των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Μέτρια εξελίχθηκαν τα πράγματα στα ζητήματα της ενίσχυσης του δημοκρατικού ελέγχου. Επετεύχθη η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο διορισμό του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής, ενώ μερικώς επετεύχθη το δικαίωμα ελέγχου των δραστηριοτήτων τους. Επίσης, επετεύχθη η επέκταση του δικαστικού ελέγχου και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ δεν επετεύχθη η υιοθέτηση του προγράμματος δράσης της Επιτροπής ούτε η δυνατότητα κατάθεσης πρότασης μομφής για μέλος της Επιτροπής. Τα ζητήματα ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του Συμβουλίου ικανοποιήθηκαν από μερικώς έως καθόλου: Μερικώς επετεύχθη ο περιορισμός της αρχής της ομοφωνίας και η επέκταση της ενισχυμένης πλειοψηφίας, καθώς και η πρόβλεψη για δυνατότητα δημόσιων συνεδριάσεων του Συμβουλίου. Δεν επετεύχθη ο περιορισμός των Συμβουλίων σε τέσσερα ούτε και η αναδιάρθρωση των COREPER (Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων) κατά το υπόδειγμα των Συμβουλίων. Τη μικρότερη επιτυχία, τέλος, είχαν τα αιτήματα που σχετίζονταν με την ενίσχυση των εξουσιών της Επιτροπής: επετεύχθη μερικώς το αίτημα να γίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής, και τα μέλη της να επιλέγονται από τις εθνικές κυβερνήσεις μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στη συνέχεια να εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αντίθετα, ο περιορισμός των Επιτρόπων ανά κράτος-μέλος, ο περιορισμός της δυνατότητας του κράτους-μέλους από το οποίο προέρχεται ο Πρόεδρος να ορίζει Επίτροπο, και ο περιορισμός των χρονοβόρων διαβουλεύσεων για τη σύνθεση της Επιτροπής δεν επετεύχθησαν. Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ στη συνθήκη του Άμστερνταμ Η ανάγκη αναθεώρησης της συνθήκης του Μάαστριχτ (που οφειλόταν σε πληθώρα λόγων, σημαντικότεροι εκ των οποίων ήταν οι δεσμεύσεις της ίδιας της συνθήκης, η παθογένεια της συνθήκης, η διεύρυνση της ΕΕ, οι απαιτήσεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας και οι πιέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) ώθησε και την Ελλάδα να προετοιμάσει και να παρουσιάσει το β’ εξάμηνο του 1994 μια σειρά προτάσεων οι οποίες θα αποτελούσαν το πλαίσιο της ελληνικής προσέγγισης στην όλη διαδικασία. Η χώρα μας εμφανιζόταν να υποστηρίζει «την εξέλιξη της ΕΕ προς την κατεύθυνση της ομοσπονδιακής λογικής, οργάνωσης και λειτουργίας», δεδομένου ότι «η ομοσπονδιακή λογική διαμορφώνει εγγυήσεις και είναι σε θέση να διασφαλίσει το ρόλο των μικρών χωρών στην Ένωση, καθώς και τις εθνικές και πολιτιστικές της ιδιομορφίες». Μέσο για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί ήταν η ουσιαστική επέκταση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ εθεωρείτο αναγκαία και η αναπροσαρμογή του συστήματος λήψης αποφάσεων έτσι ώστε να μην καθίσταται, μέσω της υπερβολικής χρήσης του βέτο, ανελαστική η δυνατότητα λήψης αποφάσεων – χωρίς, ωστόσο, να ετίθετο σε αμφισβήτηση «η αρχή της θεσμικής και νομικής ισορροπίας των χωρών που μετέχουν στην Ένωση». Στις επιμέρους προτάσεις τις οποίες εκπόνησε αρμόδια ομάδα εργασίας του υπουργείου Εξωτερικών υπογραμμίζονταν τα εξής: α) η ανάγκη ενίσχυσης του νομοθετικού και πολιτικού ρόλου του Κοινοβουλίου, β) η πιο ενεργός συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαμόρφωση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γ) η αναβάθμιση του ρόλου και της θέσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να αποκτήσει το δικαίωμα εκλογής και ανάκλησης του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής, δ) η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου θα έπρεπε να συντελεστεί μόνο στην περίπτωση όπου θα δημιουργούνταν νέα πεδία άσκησης πολιτικής, ενώ εκφραζόταν η έντονη επιφυλακτικότητα για το ενδεχόμενο κατάργηση του βέτο, ε) τέλος, τονιζόταν πως είναι αναγκαίο η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια, στα πλαίσια του εφικτού, να υπάγεται στις κοινοτικές διαδικασίες με ταυτόχρονη διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων όλων των κρατών μελών. Η στάση της ΝΔ δεν απέκλινε ιδιαίτερα από αυτή της κυβέρνησης, και σε σχετικό κείμενό της στις 30 Ιανουαρίου του 1995 η ΝΔ υιοθετούσε τις ακόλουθες θέσεις: α) Είναι ανάγκη να επαναεπιβεβαιωθεί η ομοσπονδιακή κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) Πρέπει να λάβει ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά και να επισπευσθεί η ανάπτυξη της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, γ) Είναι σημαντικό να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο ο τρίτος πυλώνας της συνθήκης, που αφορά την εσωτερική ασφάλεια και τις πολιτικές ελευθερίες, δ) Πρέπει να ληφθούν θεσμικά μέτρα ώστε να καλυφθεί το δημοκρατικό έλλειμμα, ε) Είναι αναγκαίο να ενταθεί ο κοινωνικός και πολιτισμικός χαρακτήρας της Ένωσης. Από τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα υπέρ της ομοσπονδιακής ανάπτυξης τάχθηκαν η Πολιτική Άνοιξη και ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου. Αντίθετα, το ΚΚΕ υποστήριξε απορριπτικές θέσεις τόσο για τη συνθήκη όσο και για την αναθεώρησή της. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημοσιοποίηση των πρώτων κειμένων με θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης μέχρι τη συμφωνία του Άμστερνταμ (19 Ιουνίου 1997) παρουσιάστηκαν αρκετές προτάσεις από την ελληνική πλευρά στο πλαίσιο των εργασιών της διακυβερνητικής διάσκεψης. Όλα αυτά τα κείμενα ανέπτυσσαν ένα βασικό σώμα θέσεων μέσα από το οποίο εκφραζόταν: α) η ανάγκη προώθησης του ομοσπονδιακού προτύπου σε υπερεθνικές βάσεις, β) το ζήτημα της διασφάλισης της θεσμικής θέσης των μικρότερων κρατών, γ) ο στόχος της προώθησης των ειδικότερων ελληνοκεντρικών ζητημάτων. Εξειδικεύοντας τις παραπάνω κατευθύνσεις, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υπέβαλε μια σειρά από επιμέρους υπομνήματα που αφορούσαν την ανάπτυξη των νησιωτικών περιοχών, την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την κοινή εξωτερική πολιτική, τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, τη θέσπιση πολιτικής για τον τουρισμό, την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τη θέσπιση πολιτικής για τους νέους, την πολιτική για τον πολιτισμό, την ανάγκη στενότερης συνεργασίας Παράλληλα με αυτά τα επιμέρους θεματικά κείμενα, η Ελλάδα, μέσω του γενικού υπομνήματος που κατέθεσε στη διακυβερνητική διάσκεψη το Μάρτιο του 1996, απαντούσε στο στρατηγικό ερώτημα σχετικά με το ποια Ευρώπη επιθυμούσε: «Θέλουμε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα αναπτύσσεται προς την κατεύθυνση της βαθύτερης ενοποίησης, με δημοκρατικά δομημένους και νομιμοποιημένους θεσμούς που θα εγγυώνται τη θεσμική ισότητα όλων των κρατών-μελών, με κοινές πολιτικές, δράσεις και επαρκή οικονομικά μέσα που θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, που θα οδηγούν σε μια “Ευρώπη των πολιτών, της ανάπτυξης και δημοκρατίας”, σε μια Ευρώπη Κοινότητας Δικαίου, ανοιχτή στον κόσμο και ικανή να προστατεύσει την ασφάλεια και ανεξαρτησία των κρατών-μελών και των πολιτών της». Η στρατηγική αυτή κατεύθυνση εξειδικεύτηκε στους ακόλουθους άξονες: α) ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της εμβάθυνσης των ενοποιητικών της χαρακτηριστικών, με βάση τις αρχές της δημοκρατίας της αλληλεγγύης, της συνοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης, β) ανάπτυξη των ενωσιακών θεσμών με στόχο να καταστούν περισσότερο δημοκρατικοί αλλά και αποτελεσματικοί στη λήψη των αποφάσεων στη βάση της θεσμικής ισότητας όλων των κρατών-μελών, γ) εφοδιασμό της Ένωσης με αποτελεσματική κοινή εξωτερική πολιτική, πολιτική ασφαλείας και σε τελικό βαθμό κοινής άμυνας, με κατακλείδα την ανάγκη «εγγύησης της εδαφικής ακεραιότητας και των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, καθώς και πρόβλεψη ρήτρας αλληλεγγύης και αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής», δ) διασφάλιση όλων των απαραίτητων θεσμικών, οικονομικών και πολιτικών προϋποθέσεων για την επιτυχή διεύρυνση με τη συμμετοχή της Κύπρου, της Μάλτας και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η ενίσχυση των δημοκρατικής λειτουργίας της ΕΕ, την οποία εμφατικά υποστήριζε η Ελλάδα, στην ουσία σήμαινε την ανάπτυξη των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η χώρα μας υποστήριξε τα εξής μέτρα: α) τον περιορισμό των νομοθετικών διαδικασιών σε τρεις (σύμφωνη γνώμη, συναπόφαση, διαβούλευση), β) την επέκταση της συναπόφασης σε όλες τις περιπτώσεις που θα ίσχυε η ειδική πλειοψηφία, γ) το δικαίωμα στο Κοινοβούλιο να εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής βάσει ενός καταλόγου που θα του υπέβαλε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δ) την ενίσχυση των εκτελεστικών εξουσιών του Κοινοβουλίου, ε) τη θέσπιση ενιαίας εκλογικής διαδικασίας για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τελικά, οι αποφάσεις που λήφθηκαν και αποτέλεσαν τη συνθήκη του Άμστερνταμ ικανοποίησαν σε αρκετά σημαντικό βαθμό την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν και αιτήματα που δεν ικανοποιήθηκαν ή που ικανοποιήθηκαν μερικώς. Ειδικότερα το αίτημα προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας και των εξωτερικών συνόρων ικανοποιήθηκε σε υψηλό βαθμό, δεδομένου ότι η συνθήκη περιλαμβάνει αναφορές στην προστασία της ακεραιότητας και των εξωτερικών συνόρων. Το ίδιο συνέβη και με το αίτημα θέσπισης πολιτικής για τα νησιά. Ικανοποιήθηκε επίσης η πρόταση θέσπισης ρυθμίσεων για την προστασία των ατόμων κατά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ενώ μερικώς ικανοποιήθηκε το αίτημα για θέσπιση ρυθμίσεων για τη διασφάλιση της πολιτιστικής ισοτιμίας. Αντιθέτως, δεν ικανοποιήθηκαν τα αιτήματα για θέσπιση ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής, για την ενίσχυση των Ευρωπαϊκών Πολιτικών Κομμάτων και για την ενίσχυση της πολιτικής για τους νέους. Από τη συνθήκη του Άμστερνταμ στη συνθήκη της Νίκαιας Η συνθήκη του Άμστερνταμ δεν κατόρθωσε να επιλύσει όλα τα ζητήματα που συζητήθηκαν στη Διακυβερνητική Διάσκεψη της περιόδου 1996-97. Για το λόγο αυτό η ίδια η συνθήκη με ειδικό πρωτόκολλο είχε προδιαγράψει την ανάγκη σύγκλησης νέας διακυβερνητικής διάσκεψης για την επίλυση των θεσμικών θεμάτων, τα οποία αναφέρονταν ως «υπόλοιπα του Άμστερνταμ». Η ελληνική πλευρά, στο υπόμνημα που κατέθεσε στη νέα διακυβερνητική διάσκεψη, υποστήριξε πως στις διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και θέματα όπως α) η αναμόρφωση οργάνων της ΕΕ όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και η Επιτροπή των Περιφερειών, β) ζητήματα που σχετίζονται με την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, γ) η ενδεχόμενη ενσωμάτωση στη συνθήκη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δ) η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε θέματα που αφορούν άμεσα τον Ευρωπαίο πολίτη, όπως είναι ο αθλητισμός, η απασχόληση, η προστασία των καταναλωτών, η κοινωνία της γνώσης κ.λπ. Πέρα, όμως, από τα θέματα που πρότεινε να προστεθούν στην ημερήσια διάταξη, η Ελλάδα διατύπωσε και συγκεκριμένες προτάσεις για τα λεγόμενα «θέματα-υπόλοιπα» της συνθήκης του Άμστερνταμ. Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τη σύνθεση της Επιτροπής, η πρόταση της Ελλάδας ήταν να εκπροσωπείται κάθε χώρα μόνο από έναν Επίτροπο. Ταυτόχρονα, στο θέμα της στάθμισης των ψήφων υποστηριζόταν η διατήρηση της υπάρχουσας αναλογίας, η οποία εξέφραζε δεδομένες ισορροπίες που δεν θα έπρεπε να διαταραχθούν από την είσοδο των νέων μελών. Για το ζήτημα της ομοφωνίας, η Ελλάδα υποστήριξε πως ορισμένα άρθρα γενικού συνταγματικού και θεσμικού χαρακτήρα θα έπρεπε να αποφασίζονται ομόφωνα. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις εμφανίστηκε να υποστηρίζει την επέκταση της ειδικής (ενισχυμένης) πλειοψηφίας ταυτόχρονα με τη διαδικασία της συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αντίθετα, στο ζήτημα της επέκτασης της ενισχυμένης συνεργασίας (της δυνατότητας, δηλαδή, ορισμένων κρατών να συνάπτουν από κοινού συνεργασίες στα πλαίσια της ΕΕ χωρίς τη συμμετοχή των υπολοίπων κρατών-μελών) η χώρα μας εμφανίστηκε επιφυλακτική, δεδομένου ότι οι σχετικές ρυθμίσεις του Άμστερνταμ δεν είχαν τεθεί ακόμα σε εφαρμογή. Για το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Άμυνας προτάθηκε, στο πλαίσιο της διακυβερνητικής διάσκεψης, να συζητηθούν όλα εκείνα τα θεσμικά και νομικά ζητήματα που απαιτούσαν περαιτέρω διευθετήσεις. Ωστόσο, στη συνέχεια, τόσο κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης των εργασιών της διακυβερνητικής διάσκεψης όσο και κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης των διαβουλεύσεων στη Νίκαια (8-10 Δεκεμβρίου 2000), η Ελλάδα εγκατέλειψε τις επιφυλάξεις της σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία, υποστηρίζοντας την απλοποίηση των σχετικών ρυθμίσεων και την επέκταση της ενισχυμένης συνεργασίας στο χώρο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Ταυτόχρονα, υποστήριξε τη μετεξέλιξη της κοινής άμυνας από σύστημα διαχείρισης κρίσεων σε σύστημα συλλογικής ασφάλειας, επισημαίνοντας την ιδιαίτερη σημασία που είχε το θέμα της άμυνας. Επίσης, η χώρα μας συναίνεσε στην κατάργηση της δυνατότητας χρήσης του βέτο σε αποφάσεις έναρξης ενισχυμένης συνεργασίας, με τη διαφορά ότι σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να υπάρχει και η σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο λόγος που σημειώθηκε αυτή η μεταστροφή οφειλόταν στη σταθερή απόφαση που είχε λάβει η ελληνική κυβέρνηση να αποτελέσει συστατικό μέρος του εσωτερικού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βεβαίως, αυτή η προοπτική έπρεπε να συνδυαστεί με τη διασφάλιση της θεσμικής της θέσης• για το λόγο αυτό, η Ελλάδα κράτησε μια ιδιαίτερα σταθερή στάση, σε συνεργασία με άλλες μικρές χώρες, στο ζήτημα της κατανομής των Ευρωβουλευτών και της συμμετοχής στην Επιτροπή. Κι αυτό γιατί οποιαδήποτε ανατροπή των ισορροπιών μπορεί να οδηγούσε και σε υποβάθμιση της Ελλάδας. Το αντάλλαγμα για τη διατήρηση των ισορροπιών ήταν η αλλαγή της ελληνικής στάσης στο θέμα της ενισχυμένης συνεργασίας. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της διατήρησης των ισορροπιών η Ελλάδα διασφάλισε την αρχή της διπλής πλειοψηφίας για τη λήψη αποφάσεων (πλειοψηφία κρατών + πλειοψηφία πληθυσμού), την αύξηση της αναστέλλουσας μειοψηφίας σε τέσσερις χώρες (από τρεις που ήταν), την αποδοχή της αρχής ένας Επίτροπος ανά κράτος-μέλος, καθώς και τη διατήρηση του βέτο σε τομείς εξαιρετικά ευαίσθητους γι’ αυτήν. Επίλογος: Η πορεία προς το μέλλον Οι προοπτικές που ανοίγονται μετά τη συμφωνία της Νίκαιας και, δεδομένης της πορείας προς την Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση σε συνδυασμό με την είσοδο άλλων 10 νέων μελών-κρατών, είναι σημαντικές και τροποποιούν το υπάρχον σκηνικό. Η νέα κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνονται η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ από 1ης Ιανουαρίου 2002 αλλά και η συμμετοχή της Κύπρου από 1ης Μαΐου 2004, δημιουργεί νέα πεδία παρέμβασης. Η ανάγκη για μα σειρά τροποποιήσεων στη μέχρι τώρα λειτουργία της ΕΕ ώθησε την ελληνική κυβέρνηση στη διατύπωση προτάσεων για τον ανασχηματισμό και την εκ νέου χάραξη της ευρωπαϊκής πολιτικής. Συγκεκριμένα, ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης έχει προτείνει την ενίσχυση της δράσης της ΕΕ σε επτά τομείς, έτσι ώστε να επιτευχθούν οι απαραίτητες ισορροπίες μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Οι τομείς αυτοί είναι: α) η ενδυνάμωση των αναδιανεμητικών πολιτικών, β) η πρόβλεψη ρυθμίσεων αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων (ανεργία, φτώχεια, υγεία, περιθωριοποίηση, εκπαίδευση), γ) η ενίσχυση του συντονισμού της μακροοικονομικής διαχείρισης, δ) η διασφάλιση των οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των στόχων της ΕΕ, ε) η αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών, στ) η ανάπτυξη κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, ζ) η ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στα καταστατικά κείμενα της Ένωσης. Αναμνηστική φωτογραφία μετά την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (φωτ. Ευρωπαϊκή Ένωση). Η υπογραφή της πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή στο Ζάππειο Μέγαρο (28 Μαρτίου 1979, φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Μουσική — ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Είναι γνωστό ότι η καταγωγική περιοχή της αρχαίας ελληνικής ποίησης βρίσκεται στις θρησκευτικές τελετουργίες. Ωστόσο, το κύριο σώμα της λυρικής ποίησης χαρακτηρίζεται από έναν ανεξάρτητο χαρακτήρα την εποχή κατά την οποία… …   Dictionary of Greek

  • Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση — (συντομ. ΔΕΕ, διεθν.Western European Union). Διεθνής οργανισμός με έδρα τις Βρυξέλλες και με σκοπό την αμυντική συνεργασία αρχικά της δυτικής και στη συνέχεια ολόκληρης της Ευρώπης. Περιλαμβάνει 10 πλήρη μέλη (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Γαλλία,… …   Dictionary of Greek

  • Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή — (ΟΚΕ). Όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συμβουλευτική αρμοδιότητα. Τα μέλη εκπροσωπούν τους διάφορους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής των κρατών μελών και διορίζονται για 4 έτη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με πρόταση των… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.